Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΑΣ ΤΟΠΟΣ

Καλωσορίσατε στον τόπο μας. Στη Λάγκα. Η Λάγκα είναι ένα χωριό χωμένο μέσα στο δάσος, στους πρόποδες των Οντρίων και ταυτόχρονα του Γράμμου, σε ένα απαράμιλλης ομορφιάς τοπίο, στην Καστοριά. Σε όλους εσάς που παρακολουθείτε συστηματικά ή όχι τα τεκτενόμενα του χωριού μας, σας εύχομαι καλή περιήγηση. Το blog αυτό είναι καθαρά λαογραφικό και περιγραφικό τόσο της σύγχρονης όσο και της παλιάς ζωής της Λάγκας. Γιατί δεν πρέπει να χαθούν οι παραδόσεις και η ιστορία μας. Χωρίς αυτά, χωρίς να γνωρίζουμε την κληρονομιά μας, δεν μπορούμε να υπάρχουμε σαν ξεχωριστοί άνθρωποι, σαν συγχωριανοί και πηγαίνοντας πιο μακριά, ακόμα και σαν έθνος.
Καλωσορίσατε λοιπόν και ελάτε να κάνουμε βόλτα μαζί στη Λάγκα του πριν και του τώρα...

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΜΑΡΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΡΙΟ

Καλησπέρα φίλοι μου. Σήμερα είναι η τελευταία ημέρα του χειμώνα. Από αύριο είναι άνοιξη. Ας ελπίσουμε να δούμε καλύτερες μέρες από κάθε άποψη. Κι επιτέλους να τελειώσει αυτός ο μακρύς χειμώνας. Μακάρι.
Αύριο είναι Μάρτης. Και σας υπενθυμίζω το παμπάλαιο έθιμο του Μάρτη. Πρέπει να το κάνουμε απόψε. Όλες οι μαμάδες ή οι γιαγιάδες απόψε είναι επί ποδός, για να κατασκευάσουν και να φορέσουν στα εγγόνια τους τον Μάρτη, προστατεύοντάς τα έτσι από τις καυτές ακτίνες του Μαρτιάτικου ήλιου. Ας θυμηθούμε όμως τι γινόταν τα παλιά χρόνια στη Λάγκα με την επικείμενη έλευση του Μάρτη:

Μ ά ρ τ η ς

     Το βράδυ πριν την 1η Μαρτίου, οι μητέρες ή οι γιαγιάδες φορούσαν τον Μάρτη στα παιδιά. Το βραχιόλι, δαχτυλίδι, γκιρντάνι (με τρύπια δεκάρα στη μέση) γίνονταν από λευκή και κόκκινη κλωστή. Και μόλις έβαζαν το Μάρτη στο χέρι τους, ή στο λαιμό τους, έπρεπε τα ίδια τα παιδιά να που δυνατά: "Φτου το Μάρτη μου". Έπρεπε να προλάβουν να φτύσουν πρώτα αυτά το Μάρτη τους- ο καθένας τον δικό του- έτσι ώστε κανείς άλλος δεν θα το προλάβαινε να το κάνει.  Σε αντίθετη περίπτωση, οι μαγικές ιδιότητες του Μάρτη θα έπαυαν να υπάρχουν. Τα παιδιά θα καίγονταν από τον ήλιο. Και οι μεγάλοι, βέβαια, γιατί τα παλιά χρόνια όλοι φορούσαν Μάρτη: μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες και παιδιά. Στις 9 του Μάρτη, τον έβγαζαν τα παιδιά και πήγαιναν και τον κρεμούσαν στα κλαδιά κρανιάς. Και έτρωγαν τα μπουμπούκια της για να γίνουν υγιείς και γεροί όπως η κρανιά.
Προέλευση: Η κόκκινη κλωστή που βάζουμε την 1η Μαρτίου είναι και αυτή μια πάρα πολύ παλιά συνήθεια. Οι αρχαίοι Έλληνες φορούσαν «Μάρτη» και μάλιστα οι κοπέλες στόλιζαν με «Μάρτη» και το άγαλμα της Αθηνάς.
Ο Παυσανίας λέει πως την πρόληψη αυτή την είχαν πάρει από τους Αιγυπτίους.
Όταν τελείωνε ο μήνας έπλεναν την κόκκινη κλωστή (ταινία) στον Ιλισσό και την έκρυβαν για τον άλλο χρόνο. Έτσι η ταινία αυτή πήγαινε από γενιά σε γενιά και όσο πιο παλιά ήταν τόσο πιο γούρικη θεωρείτο.
Αλλά και όλες οι πόλεις, πλην της Σπάρτης, είχαν ανάλογη πρόληψη. Στη Μακεδονία μόνο έχουμε μια παραλλαγή — αντί κόκκινης κλωστής έβαφαν τον καρπό του αριστερού χεριού με πορφύρα.
Το έθιμο - πρόληψη πέρασε και στο Βυζάντιο. Εδώ όμως ο πλούτος άλλαξε την κόκκινη κλωστή με χρυσή. Σαν ερχόταν η ώρα να βγάλουν την κλωστή, καλούσαν τους φίλους σε γλέντι και πριν απ´ αυτό έκαιγαν την κλωστή μέσα σ´ ένα πιάτο και από το σχήμα της στάχτης μάντευαν το μέλλον.
Πίστευαν ακόμα οι Βυζαντινοί ότι η άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως, ενώ η κόκκινη  τη μεσημεριάτικη κάψα. Έτσι όταν τις φορούσε κανείς απέφευγε τις ακτίνες του ήλιου και δεν μαύριζε- δεν «άρπαζε» - πράγμα που για την εποχή εκείνη δεν ήταν επιθυμητό.

Καλό Μάρτη να έχουμε. Και προσέξτε καλά μη σας φτύσει κανείς το Μάρτη σας.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

ΑΠΟΚΡΙΕΣ

Καλησπέρα φίλοι μου. Παραμονή της Μεγάλης Αποκριάς σήμερα. Της Τυρινής είναι, αλλά, έτσι συνηθίζονταν να λέγεται στη Λάγκα. Με αφορμή αυτό το γεγονός, θα ήθελα πολύ να σας παρουσιάσω, ώστε να θυμηθείτε τι γινόταν τέτοιες μέρες στο χωριό. Καλύτερα έτσι, αφού δυστυχώς ο άσχημος καιρός και το πολύ χιόνι, δεν επέτρεψε να κάνουμε απολύτως τίποτα. Καμία εκδήλωση. Αλλά αφού δεν είναι δυνατόν κάτι άλλο, τουλάχιστον ας θυμηθούμε τα παλιά:






Από δω και πέρα το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι Καλή Σαρακοστή να έχουμε.
Να είστε καλά. Εις το επανιδείν φίλοι μου.

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

Καλημέρα φίλοι μου. Ο χειμώνας βαρύς μας είναι φέτος. Δε λέει να στρώσει λίγο ο καιρός. Χιονίζει συνεχώς και το χιόνι δεν έχει φύγει 3 μήνες τώρα. έχουμε κλειστεί στα σπίτια μας και δεν μπορούμε να ξεμυτίσουμε σχεδόν καθόλου. Και κρύο, κρύο πολύ. Ο καιρός είναι για να καθόμαστε μπροστά στο τζάκι και να λέμε ιστορίες. Έτσι ακριβώς θυμήθηκα ένα παραμύθι που μας έλεγε η γιαγιά όταν ήμασταν μικρά και καθόμασταν μέσα στο σπίτι και την τρελαίναμε με τις φωνές και τις αταξίες μας. Μόνο έτσι ησυχάζαμε για λίγο και ησύχαζε και το κεφάλι της. Το παραμύθι λοιπόν είναι ο Τεμπέλης. Σας το αναφέρω, γιατί ποιος, ξέρει; μπορεί να σας φανεί κι εσάς χρήσιμο:

Ο    τ ε μ π έ λ η ς

Ήταν μια φορά ένας τεμπέλης, κι αυτός δεν ήθελε να δουλεύει. Τον έλεγαν                -«δούλεψε», κι αυτός έλεγε
-«δεν μπορώ να δουλεύω, δεν θέλω ούτε υποχρεώσεις ούτε τίποτα. Καλλίτερα να με πάτε και να με παραχώσετε».
Τον είπαν έτσι, τον είπαν αλλιώς, τέλος πάντων, τον έβαλαν ζωντανό στο φέρετρο να τον πάνε στο νεκροταφείο. Βρίσκουν στο δρόμο έναν, ο οποίος είχε ένα φορτίο αλεύρι, έχοντας γυρίσει από το μύλο, όπου και το άλεσαν. Τους λέει,
-«πού τον πηγαίνουν αυτόν;».
-«Ε, δεν θέλει να ζήσει, βαρέθηκε τη ζωή του και τον πάμε εκεί.».
-«Α, κρίμα. Έχω ένα φορτίο αλεύρι, ας πάρει το ένα τσουβάλι αυτός, κι ύστερα πάλι, όταν του τελειώσει το αλεύρι, έχει ο Θεός.».
Του λένε του τεμπέλη οι συγχωριανοί
-«ένας σε δίνει ένα τσουβάλι αλεύρι. Θα βγεις;».
-«Είναι ζυμωμένο;» ρωτά αυτός.
-«Όχι».
-«Άμα δεν είναι ( είναι), δεν μπορώ˙ δεν βγαίνω.»
Προχωρούν η συνοδεία με το φέρετρο παρακάτω, βρίσκουν κάποιον που είχε ένα φορτίο καρύδια, και πήγαινε να τα πουλήσει στο παζάρι.
-«Τι γίνεται εδώ;» τους ρώτησε αυτός. Το και το, του εξηγούνε πάλι αυτοί.                  
-«Έχω ένα φορτίο καρύδια, ας του το δώσω λέει. Θα τα πουλήσει, θα πορέψει ( θα τα βγάλει πέρα) κάμποσο καιρό.».
Πάν στο φέρετρο αυτοί, λέν στον «πεθαμένο»,
-«ένας έχει ένα φορτίο καρύδια και λέει θα στα δώσει. Θα τα πάρεις;».
-«Είναι σπασμένα;» ρωτά αυτός.
-«Όχι».
-«Άμα δεν είναι σπασμένα δεν μπορώ και δεν βγαίνω».
Τέλος πάντων, τον παν στο νεκροταφείο, τον έβαλαν εκεί, του άφησαν και ένα παραθυράκι να παίρνει αέρα κι έφυγαν. Το βράδυ, ντύθηκαν οι ίδιοι σαν πεθαμένοι, άλλαξαν, φόρεσαν σεντόνια και πηγαίνουν από πάνω και του λένε            -«Σιούκου (σήκω)».
«Γιατί;».
-«Αμ εδώ  δουλεύουν. Είμασταν αλλού, τώρα θα κουβαλήσουμε πέτρες να χτίσουμε τα ντουβάρια γύρω- γύρω. Δεν κάθονται εδώ».
-«Δεν ήξερα που δουλεύουν οι πεθαμένοι», λέει αυτός.