Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΑΣ ΤΟΠΟΣ

Καλωσορίσατε στον τόπο μας. Στη Λάγκα. Η Λάγκα είναι ένα χωριό χωμένο μέσα στο δάσος, στους πρόποδες των Οντρίων και ταυτόχρονα του Γράμμου, σε ένα απαράμιλλης ομορφιάς τοπίο, στην Καστοριά. Σε όλους εσάς που παρακολουθείτε συστηματικά ή όχι τα τεκτενόμενα του χωριού μας, σας εύχομαι καλή περιήγηση. Το blog αυτό είναι καθαρά λαογραφικό και περιγραφικό τόσο της σύγχρονης όσο και της παλιάς ζωής της Λάγκας. Γιατί δεν πρέπει να χαθούν οι παραδόσεις και η ιστορία μας. Χωρίς αυτά, χωρίς να γνωρίζουμε την κληρονομιά μας, δεν μπορούμε να υπάρχουμε σαν ξεχωριστοί άνθρωποι, σαν συγχωριανοί και πηγαίνοντας πιο μακριά, ακόμα και σαν έθνος.
Καλωσορίσατε λοιπόν και ελάτε να κάνουμε βόλτα μαζί στη Λάγκα του πριν και του τώρα...

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

Καλημέρα φίλοι μου. Ο χειμώνας βαρύς μας είναι φέτος. Δε λέει να στρώσει λίγο ο καιρός. Χιονίζει συνεχώς και το χιόνι δεν έχει φύγει 3 μήνες τώρα. έχουμε κλειστεί στα σπίτια μας και δεν μπορούμε να ξεμυτίσουμε σχεδόν καθόλου. Και κρύο, κρύο πολύ. Ο καιρός είναι για να καθόμαστε μπροστά στο τζάκι και να λέμε ιστορίες. Έτσι ακριβώς θυμήθηκα ένα παραμύθι που μας έλεγε η γιαγιά όταν ήμασταν μικρά και καθόμασταν μέσα στο σπίτι και την τρελαίναμε με τις φωνές και τις αταξίες μας. Μόνο έτσι ησυχάζαμε για λίγο και ησύχαζε και το κεφάλι της. Το παραμύθι λοιπόν είναι ο Τεμπέλης. Σας το αναφέρω, γιατί ποιος, ξέρει; μπορεί να σας φανεί κι εσάς χρήσιμο:

Ο    τ ε μ π έ λ η ς

Ήταν μια φορά ένας τεμπέλης, κι αυτός δεν ήθελε να δουλεύει. Τον έλεγαν                -«δούλεψε», κι αυτός έλεγε
-«δεν μπορώ να δουλεύω, δεν θέλω ούτε υποχρεώσεις ούτε τίποτα. Καλλίτερα να με πάτε και να με παραχώσετε».
Τον είπαν έτσι, τον είπαν αλλιώς, τέλος πάντων, τον έβαλαν ζωντανό στο φέρετρο να τον πάνε στο νεκροταφείο. Βρίσκουν στο δρόμο έναν, ο οποίος είχε ένα φορτίο αλεύρι, έχοντας γυρίσει από το μύλο, όπου και το άλεσαν. Τους λέει,
-«πού τον πηγαίνουν αυτόν;».
-«Ε, δεν θέλει να ζήσει, βαρέθηκε τη ζωή του και τον πάμε εκεί.».
-«Α, κρίμα. Έχω ένα φορτίο αλεύρι, ας πάρει το ένα τσουβάλι αυτός, κι ύστερα πάλι, όταν του τελειώσει το αλεύρι, έχει ο Θεός.».
Του λένε του τεμπέλη οι συγχωριανοί
-«ένας σε δίνει ένα τσουβάλι αλεύρι. Θα βγεις;».
-«Είναι ζυμωμένο;» ρωτά αυτός.
-«Όχι».
-«Άμα δεν είναι ( είναι), δεν μπορώ˙ δεν βγαίνω.»
Προχωρούν η συνοδεία με το φέρετρο παρακάτω, βρίσκουν κάποιον που είχε ένα φορτίο καρύδια, και πήγαινε να τα πουλήσει στο παζάρι.
-«Τι γίνεται εδώ;» τους ρώτησε αυτός. Το και το, του εξηγούνε πάλι αυτοί.                  
-«Έχω ένα φορτίο καρύδια, ας του το δώσω λέει. Θα τα πουλήσει, θα πορέψει ( θα τα βγάλει πέρα) κάμποσο καιρό.».
Πάν στο φέρετρο αυτοί, λέν στον «πεθαμένο»,
-«ένας έχει ένα φορτίο καρύδια και λέει θα στα δώσει. Θα τα πάρεις;».
-«Είναι σπασμένα;» ρωτά αυτός.
-«Όχι».
-«Άμα δεν είναι σπασμένα δεν μπορώ και δεν βγαίνω».
Τέλος πάντων, τον παν στο νεκροταφείο, τον έβαλαν εκεί, του άφησαν και ένα παραθυράκι να παίρνει αέρα κι έφυγαν. Το βράδυ, ντύθηκαν οι ίδιοι σαν πεθαμένοι, άλλαξαν, φόρεσαν σεντόνια και πηγαίνουν από πάνω και του λένε            -«Σιούκου (σήκω)».
«Γιατί;».
-«Αμ εδώ  δουλεύουν. Είμασταν αλλού, τώρα θα κουβαλήσουμε πέτρες να χτίσουμε τα ντουβάρια γύρω- γύρω. Δεν κάθονται εδώ».
-«Δεν ήξερα που δουλεύουν οι πεθαμένοι», λέει αυτός. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου