Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΑΣ ΤΟΠΟΣ

Καλωσορίσατε στον τόπο μας. Στη Λάγκα. Η Λάγκα είναι ένα χωριό χωμένο μέσα στο δάσος, στους πρόποδες των Οντρίων και ταυτόχρονα του Γράμμου, σε ένα απαράμιλλης ομορφιάς τοπίο, στην Καστοριά. Σε όλους εσάς που παρακολουθείτε συστηματικά ή όχι τα τεκτενόμενα του χωριού μας, σας εύχομαι καλή περιήγηση. Το blog αυτό είναι καθαρά λαογραφικό και περιγραφικό τόσο της σύγχρονης όσο και της παλιάς ζωής της Λάγκας. Γιατί δεν πρέπει να χαθούν οι παραδόσεις και η ιστορία μας. Χωρίς αυτά, χωρίς να γνωρίζουμε την κληρονομιά μας, δεν μπορούμε να υπάρχουμε σαν ξεχωριστοί άνθρωποι, σαν συγχωριανοί και πηγαίνοντας πιο μακριά, ακόμα και σαν έθνος.
Καλωσορίσατε λοιπόν και ελάτε να κάνουμε βόλτα μαζί στη Λάγκα του πριν και του τώρα...

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

ΛΙΓΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ ΑΚΟΜΑ

Καλημέρα φίλοι μου. Αφού λόγω του χειμώνα που συνεχίζεται και τα χιόνια δε λένε να λιώσουν υπάρχει στασιμότητα στην κίνηση στο χωριό- γιατί ποιος θα τολμήσει να βγει με τέτοια παγωνιά-, δεν έχω κάτι νέο να σας παρουσιάσω. Αν και θα ήθελα κάποια ανοιξιάτικη εικόνα, αλλά το χατήρι θα αργήσει να μου γίνει. Όμως, κατάφερα να συγκεντρώσω κάποιες ξεχασμένες λέξεις και σκέφτηκα να σας τις θυμίσω. Ας δούμε λοιπόν τι θα θυμηθούμε και σήμερα:

Τζιναέτι. Κακούργημα, κακουργιοδικείο. (τουρκ=cinayet)
Τζινάω, τζινιέμαι. 1). Τρυπώ, τρυπιέμαι από βελόνες, αγκάθια, σύριγγες κλπ. 2). Πειράζω ή προσπαθώ κάποιους μέσω του τζινήματος να τους βάλω να τσακωθούν.
Τζούκα. Κοιλιά.
Τζουμάκα. Χοντρό μπαστούνι με ακόμη πιο χοντρή σφαιροειδή λαβή μονοκόμματη με το μπαστούνι και όχι πρόσθετη.
Τζουπάω. Τρυπάω.
Τζουπερό. Μυτερό αντικείμενο που προεξέχει.
Μάσκλο. Κοτόσουπα με αλεύρι και σκόρδο.
Μασλάτι. Κουβέντα.
Μαχμουρλής, -ίδικος. Ζαλισμένος από τον ύπνο, αγουροξυπνημένος. (τουρκ= mahmur)Μαχμουρλίκι. Κατάσταση ζάλης από απότομο ξύπνημα. (τουρκ= mahmurluk)
Μ’ έβγαλε όξω. Πήγα στην τουαλέτα.
Μεγαλοπάζαρο. Η ετήσια εμποροπανήγυρις του Άργους Ορεστικού.
Ρουκώνω. Ανάβω, καίω, «χωνεύω» τη φωτιά.
Ρούπι. Τέταρτο, όγδοο του πήχη. (τουρκ= rup)
Ρουπουτάω. Χτυπώ, κάνω θόρυβο.
Φουρλαντίζω. Ρίχνω με δύναμη, κινώ γρήγορα στον άνεμο. (τουρκ= firlatmak)
Φουρλατώ. Πετάω στα σκουπίδια.
Φουρλέτσκο. Φουρδέτσακλο.

Σας έφερα αναμνήσεις; Το ελπίζω. Καλή συνέχεια να έχετε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου